Voden Makedonsko Radio

15 Σεπ 2012

Ο ΣΟΥΜΠΕΡΤ ΚΑΙ Η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ

Καταγγελία "Λαϊκής Συσπείρωσης" Πέλλας κατά της Χρυσής Αυγής

Περοσσότερα εδώ

ΣΤΕΛΕΧΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΡΣΥΑ ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΙΤΣΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕ ΕΚΡΗΞΗ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΚΑΤΕΘΕΤΕ ΣΤΕΦΑΝΙ Η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ ΚΑΙ Σ

Περισσότερα εδώ

Με αφορμή τα παραπάνω, ας θυμηθούμε......

Ο Σούμπερτ και οι ένοπλες αντικομμουνιστικές ομάδες

στην κεντρική Μακεδονία

Ο Σούμπερτ με την ομάδα του, την οποία εν τω μεταξύ είχε αυξήσει, έφτασε στα Γιαννιτσά το τελευταίο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου 1944. Στην πόλη εκτός από τη μόνιμη γερμανική φρουρά των 100 περίπου ανδρών υπό το Λοχαγό Μαξ Πέσκο (Max Peschko), ήταν στρατωνισμένη και μια μικρή ένοπλη ομάδα εθελοντών Ελλήνων υπό την αρχηγία του Κύρου Γραμματικόπουλου, φανατικού ναζιστή από τη Δράμα. Ο Γραμματικόπουλος πρόθυμα εντάχθηκε στο τμήμα του Γερμανού Επιλοχία για μια αγαστή συνεργασία για την τρομοκράτηση των Γιαννιτσών και της όμορης περιοχής. Εκτός από το Γραμματικόπουλο ο Σούμπερτ βρήκε μια πληθώρα ενόπλων αντικομμουνιστικών ομάδων, με μερικές από τις οποίες περιοδικά συνεργάσθηκε στην εκπλήρωση του σκοπού του. Αντίθετα από τη Μακεδονία, στην Κρήτη ο Σούμπερτ νωρίς ακόμη έγινε αρχηγός μοναδικής ένοπλης αντιανταρτικής ομάδας με Κρητικούς εθελοντές, οι οποίοι στρατολογήθηκαν, οπλίσθηκαν και συντηρήθηκαν από τις κατοχικές αρχές της Νήσου. Η Κρήτη δεν πρόσφερε έδαφος κατάλληλο για την ανάπτυξη παρόμοιων ομάδων, όπως η Βόρεια Ελλάδα, κυρίως για δύο λόγους:
πρώτον ……….

δεύτερον, στην Κρήτη, εν αντιθέσει με τη Βόρεια Ελλάδα, δεν σημειώθηκε εγκατάσταση ποντιακού πληθυσμού, ελληνόφωνου και τουρκόφωνου, ο οποίος λόγω της ιδιάζουσας ιδεολογίας και παράδοσής του, έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στην αντιεαμική αντικομμουνιστική συνεργασία με το Γερμανό κατακτητή. Στη Βόρεια Ελλάδα το 70% των εθνικιστικών-αντικομουνιστών οπλαρχηγών ήταν ποντιακής καταγωγής και ένας σημαντικός αριθμός Ποντίων εντάχθηκε στα εθνικιστικά τάγματα και στο «Σώμα Κυνηγών» του Επιλοχία Σούμπερτ.

Το αρχαιότερο σώμα που συγκροτήθηκε την άνοιξη του 1943 κατόπιν διαταγής του Στρατιωτικού Διοικητή Θεσσαλονίκης-Αιγαίου, ήταν του απότακτου Συνταγματάρχη Γεωργίου Πούλου, του πιο φανατικού λάτρη των ιδανικών του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού – τέλεσε αρχηγός του ναζιστικού σχηματισμού ΕΕΕ «Εθνική Ένωσις “Η Ελλάς”» - άσπονδου διώκτη του κομμουνισμού και του ληστρικότερου εθνικιστή οπλαρχηγού. Στο «Εθελοντικό Τάγμα» του Πούλου εντάχθηκαν 300 περίπου γερμανοντυμένοι άνδρες, κατά το πλείστον τυχοδιώκτες καιροσκόποι με βλέψεις στο γρήγορο πλουτισμό, διάφοροι εγκληματίες και άτομα που πιέζονταν ή καταδιώκονταν από τον ΕΛΑΣ ως «αντιδραστικοί», από τη Θεσσαλονίκη και άλλα μέρη της Μακεδονίας, ιδιαίτερα από προσφυγικά χωριά της Πτολεμαΐδας. Η Βέρμαχτ θεωρούσε το τάγμα αυτό τμήμα του γερμανικού στρατού ,καθότι «οποιαδήποτε βία εναντίον του τάγματος Πούλου θα θεωρηθεί βία εναντίον του γερμανικού στρατού». Ο Πούλος εργάσθηκε εντατικά με λόγια και με πράξεις για την επιτυχία των γερμανικών όπλων, συχνά συμμετέχοντας με γερμανικά στρατεύματα σε επιχειρήσεις εναντίον περιοχών της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας κατά τις οποίες αποσπάσματα Πουλικών πρωτοστάτησαν σε εγκλήματα κατά των αμάχων. Στο νομό Κοζάνης, τον Ιούλιο 1943, Πουλικοί πυρπόλησαν, λεηλάτησαν και ενήργησαν ομαδικές εκτελέσεις των κατοίκων δέκα περίπου χωριών. Η Θεσσαλονίκη, έδρα του Πούλου μέχρι την άνοιξη 1944, (από το καλοκαίρι 1943 ο Πούλος συχνά δημιουργούσε προσωρινές έδρες σε μικρότερες πόλεις της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας) έγινε το θέατρο της εγκληματικής δράσης του ίδιου και των ανδρών του, οι οποίοι ενεργούσαν ελεύθερα και ανεξέλεγκτα, όχι μόνο εναντίον των επικηρυγμένων εχθρών τους, αλλά και εναντίον όσων υποψιάζονταν ότι μπορούσαν να ήταν αντιστασιακοί, μολονότι συχνά «εθνικόφρονες». Πολλοί Θεσσαλονικείς υποβλήθηκαν σε φρικτά βασανιστήρια στα κρατητήρια επί της οδού Παύλου Μελά 32, και άλλοι έχασαν τη ζωή τους από τις σφαίρες των Πουλικών. Το Μάιο 1944, ο Πούλος εγκαταστάθηκε στην Κρύα Βρύση του νομού Πέλλας την οποία μετέτρεψε σε απόρθητο αντικομμουνιστικό φρούριο για να ελέγχει την περιοχή Γιαννιτσών σε συνεργασία με άλλα εθνικιστικά τμήματα, όπως αυτά του Κύρου Γραμματικόπουλου, του Στέργιου Σκαπέρδα και του Φριτς Σούμπερτ.

Ο Πόντιος Κύρος Γραμματικόπουλος, αυτοκινητιστής από τη Δράμα, είχε από νωρίς τόσο πολύ επηρεασθεί από τις ιδέες του ναζισμού ώστε έγινε «πιο Γερμανός από τους Γερμανούς», πολεμώντας ως ανθυπολοχαγός της Βέρμαχτ στη Φιλανδία, Κρήτη, Αφρική και στο ρωσικό μέτωπο. Όπως ο Πούλος, ο Γραμματικόπουλος έγινε ένας από τους πιο μάχιμους διώκτες του «επάρατου εβραιομπολσεβικισμού», καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια για την επικράτηση του γερμανικού ιμπεριαλισμού. «Ας ευχηθώμεν όλοι οι λαοί της Ευρώπης και ιδιαιτέρως ημείς οι Έλληνες την πλήρην Νίκην των όπλων του Άξονος», έγραψε το Μάρτιο του 1943 στη γερμανόφιλη εφημερίδα Νέα Ευρώπη. Στη Θεσσαλονίκη, όπου εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στις αρχές του 1943, ως πράκτορας της «Γκεστάπο» (Μυστικής Στρατιωτικής Αστυνομίας) ενήργησε πολλές συλλήψεις και εκτελέσεις για τις οποίες οι γερμανικές αρχές τον αντάμειψαν με την παραχώρηση εβραϊκού καταστήματος. Τότε συγκρότησε ένοπλη ομάδα κυρίως από Ποντίους των περιοχών Δράμας και Κιλκίς, την οποία έθεσε στη διάθεση των Γερμανών, συμμετέχοντας σε επιχειρήσεις τους. Στην επιχείρηση στο Πάικο στις αρχές Ιανουαρίου 1944, ο Γραμματικόπουλος εξόπλισε τους τουρκόφωνους κατοίκους της Αραβησσού (Όμπαρ) και απέστειλε τους «συνεργάτες των ανταρτών» στις φυλακές του «Παύλου Μελά», προκαλώντας τα σκληρά αντίποινα του ΕΛΑΣ στην Αραβησσό στις αρχές Φεβρουαρίου. Ο Γραμματικόπουλος στον κάμπο των Γιαννιτσών από την άνοιξη του 1944 εμφανίσθηκε με τον τίτλο του συντονιστή των εθνικιστικών ομάδων της περιοχής. Την περίοδο αυτή μεταφέρθηκε στα Γιαννιτσά, όπου για πρώτη φορά συναντήθηκε με τον άρτι αφιχθέντα Φριτς Σούμπερτ, με τον οποίο δημιούργησε στενή φιλία και συνεργασία μέχρι το τέλος της Κατοχής.

Ο Βλάχος Στέργιος Σκαπέρδας, κάτοχος μεγάλης γεωργοκτηνοτροφικής περιουσίας στο Δροσερό Πέλλας, δεν προσεταιρίσθηκε τον κατακτητή παρακινούμενος από τη γερμανική ιδεολογία του εθνικοσοσιαλισμού ούτε από το όραμα ενός παντοδύναμου Γ΄ Ράιχ, όπως οι προαναφερθέντες οπλαρχηγοί. Αντίθετα, ο Σκαπέρδας από την αρχή της γερμανικής κατοχής έδειξε έμπρακτα τα αντιστασιακά του αισθήματα, βοηθώντας την οργάνωση των πρώτων ομάδων του ΕΛΑΣ στο Πάικο. Όταν το 1943 πληροφορήθηκε ότι ο ΕΛΑΣ εξαρτώνταν από το ΚΚΕ, τότε μεταπήδησε στην εθνικόφρονη οργάνωση ΠΑΟ, η οποία προς το τέλος του 1943 διαλύθηκε κάτω από τα συνεχή πλήγματα του ισχυρότερου ΕΛΑΣ. Αντιδρώντας στις πιέσεις και στις απειλές του ΕΛΑΣ εναντίον του ιδίου και της οικογένειάς του ο Σκαπέρδας αναγκάσθηκε, μετά τη διαρπαγή της περιουσίας του από τον ΕΛΑΣ, να προσφύγει στους Γερμανούς της Θεσσαλονίκης για προστασία. Εδώ δημιούργησε στενούς δεσμούς με τον ισχυρό οπλαρχηγό Γ. Πούλο, ο οποίος τον ενθάρρυνε να συγκροτήσει δική του ομάδα ενόπλων και να συμπράξει μαζί τους στην καταπολέμηση του μισαρού κομμουνισμού. Ο Σκαπέρδας στρατολόγησε, ως επί το πλείστον, Σαρακατσάνους από τα χωριά της περιοχής του Δροσερού και ντύνοντάς τους με τη «σκαπερδέικη στολή» τους μετέφερε το Μάιο στην Κρύα Βρύση, ορμητήριο του Πούλου, για να ξεκινήσει σε αγαστή συνεργασία με τον πάτρωνά του την αντικομμουνιστική του δράση μέχρι εσχάτων. Αργότερα και οι δύο θα συμπλεύσουν με τον Σούμπερτ στον κάμπο των Γιαννιτσών για να δημιουργήσουν καθεστώς βίας και τρομοκρατίας με συλλήψεις, ξυλοδαρμούς και εκτελέσεις υπόπτων.

Στην περιοχή Γιαννιτσών, από το καλοκαίρι του 1944, συνέβαλαν στο κλίμα βίας και τρόμου και οι ένοπλοι των Ποντίων Απόστολου Τσαρουχίδη και του καπετάν Ιορδάνη Χασερή (ή Χασιαρή), από το Καλλίφυτο Δράμας. Ο Χασερής, χαρακτήρας βίαιος, καταδιωκόμενος από τους Βούλγαρους μετά την συμμετοχή του στη εξέγερση της Δράμας το Σεπτέμβριο 1941, κατέφυγε πρώτα στην περιοχή Γιαννιτσών, όπου συμμετείχε στις δραστηριότητες της αντιστασιακής οργάνωσης ΠΑΟ και, μετά τη διάλυσή της στο τέλος του 1943, μεταπήδησε στο σχηματισμό ΕΕΣ του Μιχάλαγα. Με προτροπή του Μιχάλαγα συγκρότησε ομάδα ενόπλων από τουρκόφωνα χωριά της Κοζάνης και από τον Ιανουάριο 1944 έλαβε μέρος με τμήματα του ΕΕΣ και το τάγμα του Συνταγματάρχη Γ. Πούλου σε επιδρομές εναντίον «ανταρτοχωριών» της Κοζάνης στα οποία οι «χασέρηδες» διέπραξαν βιαιότητες, όπως κακοποιήσεις και εκτελέσεις αμάχων και επιδόθηκαν ιδιαίτερα σε λεηλασίες περιουσιών και πυρπολήσεις σπιτιών. Τον Ιούλιο ή Αύγουστο, ο Χασερής εγκατέλειψε την Αραβησσό και εγκαταστάθηκε στα Γιαννιτσά, από όπου επικεφαλής 100 περίπου ατάκτων έκανε συχνά εξορμήσεις στα γύρω χωριά «προς άγραν κομμουνιστών, όχι πάντα χωρίς θύματα και εκτελέσεις». Στα Γιαννιτσά στενή συνεργασία με το Χασερή διατήρησε ο συγχωριανός του Απ. Τσαρουχίδη, αρχηγός μικρής αντικομμουνιστικής ομάδας εξοπλισμένων.

Ο αριθμός των δωσιλόγων οπλαρχηγών, οι οποίοι ηγήθηκαν δύναμης τουλάχιστον 10.000 ενόπλων, υπολογίζεται ότι ξεπερνούσε τους 300 στη Μακεδονία και Θράκη, το καλοκαίρι του 1944. Οι περισσότεροι (60%) από τους εθνικιστές οπλαρχηγούς και εξοπλισμένους οπαδούς τους δραστηριοποιήθηκαν στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη λόγω της μεγάλης συγκέντρωσης Ποντίων προσφύγων στους νομούς Δράμας, Σερρών και Κιλκίς και της καταπιεστικής βουλγαρικής κατοχής. Εξίσου συμπαγής συγκέντρωση Ποντίων προσφύγων σημειώθηκε στις περιοχές Κοζάνης, Έδεσσας και σε μικρότερο βαθμό στην περιφέρεια Γιαννιτσών και Πιερίας. Στην περιοχή της Κοζάνης Πόντιοι αντικομμουνιστές, κυρίως μέλη της τουρκόφωνης κοινότητας, επάνδρωσαν τους «Ελληνικούς Εθελοντικούς Λόχους» που συγκροτήθηκαν στις αρχές Ιανουαρίου 1944 με πρωτοβουλία της Βέρμαχτ. Ύστερα από λίγο οι οπλαρχηγοί των ΕΕΛ και των άλλων εθνικιστικών τοπικών ομάδων της Μακεδονίας, ανταποκρινόμενοι στην προσπάθεια των γερμανικών αρχών να διαμορφώσουν «ένα πλαίσιο συντονισμού και λειτουργίας» για την καλύτερη εκπλήρωση των σκοπών τους, εντάχθηκαν σε ένα χαλαρό συνδυασμό κάτω από τη φανταχτερή ονομασία «Εθνικός Ελληνικός Στρατός». Η ηγεσία του ΕΕΣ ανατέθηκε στους τρεις Παπαδόπουλους, Κισά Μπατζάκ (Κυριάκος Παπαδόπουλος, 60ετής γεωργός από τον Κούκο Κατερίνης), Μιχάλαγα (Μιχαήλ Παπαδόπουλος, 42ετής ζωέμπορος από τα Σέρβια Κοζάνης) και Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, 30χρονο φοιτητή από το Ροδώνα Κιλκίς. Η διοίκηση του ΕΕΣ, η οποία ήταν μάλλον συμβολική, δόθηκε στον πρεσβύτερο Κισά Μπατζάκ, ο οποίος τον Αύγουστο 1944, για να βρίσκεται πιο κοντά στην πηγή της εξουσίας, μετέφερε την έδρα του από τον Κούκο στη Θεσσαλονίκη. Κατά την περίοδο αυτή η δύναμη του ΕΕΣ ανερχόταν στους 5.550 περίπου ενόπλους.

Οι αρχηγοί και οι ένοπλοι του ΕΕΣ ενεργοποιήθηκαν τα μέγιστα στην ύπαιθρο και οδηγήθηκαν, σύμφωνα με τον αρχηγό των SS Χάινριχ Χίμλερ, «σε αγαστή συνεργασία με τα δικά μας γερμανικά τμήματα στον αγώνα κατά των μπολσεβίκων συνωμοτών μέχρι την τελευταία μέρα». Το πρώτο εξάμηνο του 1944, μονάδες του ΕΕΣ συμμετείχαν στις μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Βέρμαχτ στα Κρούσια (Φεβρουάριο), Πιέρια (Μάρτιο), Βέρμιο (Μάρτιο και Απρίλιο), Πάικο (Μάρτιο) και στη Βόρεια Πίνδο (Ιούλιο), στις οποίες πρωτοστάτησαν σε ομαδικές εκτελέσεις αμάχων, κακοποιήσεις, εγκλεισμούς σε στρατόπεδα και φυλακές, λεηλασίες και πυρπολήσεις σπιτιών ή χωριών, όπως Ερμακιά, Πύργους, Μεσόβουνο, Ελευθεροχώρι και άλλα ορεινά χωριά γνωστά στις πηγές ως «ανταρτοχώρια». Η υπερβολική σκληρότητα των Γερμανών και των συνεργατών τους προκάλεσαν τραγικές συνθήκες διαβίωσης για χιλιάδες πυρόπληκτους και εκτοπισμένους, όπως αυτές περιγράφονται στην «Έκθεση» της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας: …………………


(Από το βιβλίο: Θανάσης Σ. Φωτίου, “Η ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – Η αιματηρή πορεία του Φριτς Σούμπερτ και του ελληνικού «σώματος κυνηγών» στην κατοχική Κρήτη και Μακεδονία»”, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 213-220)

Δεν υπάρχουν σχόλια: